Κατάληψη στο Μπίνειο

Φάωνος & Χ. Τρικούπη, Μυτιλήνη

  • Anormina

  • Open Assembly Against Border Violence Lesvos

  • No Border Kitchen Lesvos

  • Βιβλιοθήκη Μπινείου

  • Κινηματογραφικη Ομαδα Provolone

  • MUSAFERAT

  • Αντιφασιστικός Συντονισμός Λέσβου

  • 105fm

  • Έντυπο δρόμου

Για τα γεγονότα της Πλ.Σαπφούς

06 Oct 2022

Τι συνέβη; – “Moria No Good!”

Στις 17 Απριλίου του 2018, μια ομάδα μεταναστών –κατά βάση αφγανικής καταγωγής– που ζούσε στο camp της Μόριας, αποφάσισε να μεταβεί στην πόλη της Μυτιλήνης και να προβεί στην κατάληψη ενός από τα κεντρικότερα σημεία της πόλης, της πλατείας Σαπφούς, παραμένοντας εκεί μέρα και νύχτα. Ο λόγος πίσω από τα κίνητρά τους είχε να κάνει με την επιδείνωση της υγείας ενός Αφγανού μετανάστη, ο οποίος αντιμετώπιζε χρόνιο καρδιολογικό πρόβλημα και εξαιτίας της έλλειψης ιατρικών εγκαταστάσεων και υπηρεσιών, καθώς και εξαιτίας των υποβαθμισμένων συνθηκών του camp δεν ήταν δυνατό να λάβει άμεση και επαρκή ιατρική φροντίδα. Από την αρχή της κατάληψης της πλατείας Σαπφούς, το σύνολο των αιτημάτων που οι μετανάστες και οι μετανάστριες προώθησαν στις αρχές περιλάμβανε την ελεύθερη μετακίνηση και την αποχώρησή τους από το νησί της Λέσβου, την άμεση εξέταση των αιτημάτων τους για άσυλο, τη βελτίωση των υλικών συνθηκών και των υποδομών του καταυλισμού της Μόριας και τέλος, όταν τρεις ημέρες αργότερα ο προαναφερόμενος Αφγανός μετανάστης απεβίωσε κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο, την τιμωρία των υπευθύνων για το θάνατό του. Όλα αυτά τα αιτήματα εκφράστηκαν από την πλευρά των διαμαρτυρόμενων υπό το κεντρικό σύνθημα: “Moria No Good!”.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 22 Απριλίου, μία άτυπη ακροδεξιά ομάδα που δραστηριοποιείται στη Λέσβο η Πατριωτική Κίνηση Μυτιλήνης, απηύθυνε κάλεσμα στους κατοίκους του νησιού προκειμένου να διαμαρτυρηθούν για τις όλο και πιο διαταραγμένες σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, οι οποίες εκείνη την περίοδο, εκδηλώνονταν με τη φυλάκιση δύο Ελλήνων στρατιωτών, που συνελήφθησαν από το τουρκικό κράτος στα σύνορα του Έβρου. Σημείο συνάντησής τους ήταν η πλατεία Σαπφούς, όπου κάθε Κυριακή απόγευμα, όπως συνηθίζεται στη Μυτιλήνη, μια στρατιωτική μονάδα αναλαμβάνει το καθήκον της υποστολής της ελληνικής σημαίας – μία συνήθεια τέτοιου πατριωτικού κάλλους που η γενεαλογία της θα μπορούσε να αναχθεί στα φασιστικά καθεστώτα του μεσοπολέμου. Ωστόσο, όποια ή όποιος είχε παρατηρήσει την περιγραφή του καλέσματος από την ακροδεξιά συλλογικότητα –που είχε δημοσιευτεί στο διαδίκτυο λίγες ημέρες νωρίτερα– καθώς και τα σχόλια κάτω από αυτό, θα μπορούσε εύκολα να αντιληφθεί πως η στρατιωτική τελετή αποτελούσε απλώς μια πρόφαση και πως ο απώτερος σκοπός των «αγανακτισμένων πολιτών» ήταν ο τερματισμός της διαμαρτυρίας των μεταναστριών. Σε αυτό το συμπέρασμα, καταλήγουμε, άλλωστε, έπειτα και από μία προσεκτική εξέταση του πλήθους της αντιδραστικής συγκέντρωσης, η οποία αποτελείτο από ντόπιους που ήταν οργανωμένοι σε ακροδεξιές ομάδες, μέλη της Νέας Δημοκρατίας με έδρα τη Μυτιλήνη και, τέλος, μέλη της Χρυσής Αυγής, που είχαν ταξιδέψει στο νησί της Λέσβου για να αναβαθμίσουν το επίπεδο της βίας. Εν τω μεταξύ, και καθώς οι πρώτες επιθέσεις του ακροδεξιού πλήθους λάμβαναν χώρα, στις βίαιες πράξεις πήραν μέρος και οι οπαδοί μιας ποδοσφαιρικής ομάδας που λίγα λεπτά νωρίτερα απολάμβαναν έναν αγώνα στην τηλεόραση.

Αλλά, ας επιστρέψουμε στην αρχή των γεγονότων. Ενώ η στρατιωτική τελετή βρισκόταν σε εξέλιξη, ένα μέρος του πλήθους που είχε συγκεντρωθεί στην πλατεία άρχισε να φωνάζει προς τους μετανάστες, κατηγορώντας τους πως δεν σέβονται το περιρρέον εθνικό αίσθημα, επειδή, σύμφωνα με τους ίδιους, οι μετανάστες είχαν γυρίσει την πλάτη τους στην ελληνική σημαία. Μετά τη λήξη της εθνικιστικής τελετουργίας, περίπου 150 άτομα, εκμεταλλευόμενα τη συγκέντρωση 300 κατοίκων της Μυτιλήνης, που είχαν ανταποκριθεί στο κάλεσμά τους, παρέμειναν στην πλατεία Σαπφούς, αναζωπυρώνοντας το εχθρικό κλίμα απέναντι στην ομάδα των μεταναστών, με το να βρίζουν και να πετάνε εναντίον τους αιχμηρά αντικείμενα, τα οποία θα μπορούσαν να προκαλέσουν θανατηφόρες βλάβες στους τελευταίους. Η σοβαρότητα της κατάστασης κλιμακώθηκε όταν το ακροδεξιό πλήθος προσπάθησε να σπάσει τον αστυνομικό κλοιό, ο οποίος, εν τω μεταξύ, είχε πάρει θέση μεταξύ αυτών και των μεταναστριών. Ειδικότερα, ενώ η αστυνομία απέκρουσε τις αρχικές εφορμήσεις της ομάδας, το δεύτερο κύμα επιθέσεων, που ακολούθησε ήταν ισχυρότερο και πολύ πιο επικίνδυνο, προσομοιάζοντας τις χειρονομίες και τη στάση ενός πλήθους ανθρώπων που είχε πρόθεση να λιντσάρει ή, ακόμη, και να σκοτώσει τις μετανάστριες και όσες στέκονταν αλληλέγγυες μαζί τους. Οι επιθέσεις με ξύλα και πέτρες, οι βιαιοπραγίες με τη χρήση γαλλικών κλειδιών, ο εμπρησμός δημόσιων κάδων απορριμμάτων, η ρίψη καπνογόνων, ναυτικών φωτοβολίδων και μίας βόμβας μολότοφ, σε συνδυασμό με τη ρίψη δακρυγόνων και χειροβομβίδων κρότου λάμψης από την πλευρά της αστυνομίας, μετέτρεψε την πλατεία Σαπφούς σε πραγματικό πεδίο μάχης. Οι προαναφερθείσες αστυνομικές τακτικές, μάλιστα, επηρέασαν πολύ περισσότερο τους παγιδευμένους, σε ένα σημείο της πλατείας, μετανάστες διαδηλωτές, οι οποίοι ήταν αναγκασμένοι να εισπνέουν τα ριφθέντα χημικά, παρά την ακροδεξιά ομάδα που ήταν ελεύθερη να προσεγγίζει και να απομακρύνεται από το χώρο της πλατείας, κατά βούληση. Επιπλέον, οι αστυνομικές δυνάμεις επέλεξαν να μην προστατεύσουν τους τραυματίες, οι οποίοι, εκείνη τη στιγμή, μεταφέρονταν σε ασθενοφόρα που μόλις είχαν φτάσει, επιτρέποντας στο αντιδραστικό πλήθος να συνεχίσει να τους επιτίθεται. Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι ενώ συνέβαιναν όλα αυτά, κάτοικοι του νησιού κάθονταν στις καφετέριες, λίγα μέτρα πιο πέρα στην άκρη της πλατείας Σαπφούς απολαμβάνοντας το θέαμα· ενώ την ίδια στιγμή, κάποιοι άλλοι, αν και οι ίδιοι δεν εκτόξευσαν αντικείμενα, ενθάρρυναν το εξαγριωμένο πλήθος να το κάνει. Από την άλλη, όσον αφορά στις/στους διαδηλώτριες/διαδηλωτές, αυτές προσπαθούσαν να προστατευτούν από τα ριφθέντα αντικείμενα και τα καπνογόνα, κρατώντας χαρτόνια ή πλαστικά κουτιά πάνω από τα κεφάλια τους, αλλά και δένοντας μεταξύ τους και τεντώνοντας κάποιες κουβέρτες, κάτω από τις οποίες βρήκαν καταφύγιο παιδιά και άτομα με προβλήματα υγείας.

Παρ’ όλα αυτά, 30 από τους πάνω από 200 μετανάστες που συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Σαπφούς τραυματίστηκαν εκείνη την ημέρα, ενώ αρκετοί από αυτούς περιήλθαν σε κρίση πανικού ή βίωσαν παρόμοιες τραυματικές εμπειρίες. Τελικά, μετά από μια μακρά και ανήσυχη νύχτα για τους διαδηλωτές, μονάδες των ΜΑΤ περικύκλωσαν την πλατεία στις 5 το πρωί της 23ης Απριλίου. Προχώρησαν στην εκκένωση των μεταναστών και των αλληλέγγυων από το χώρο, βιαιοπραγώντας σε γυναίκες και παιδιά, τις οποίες έσερναν από τα ρούχα και τα μαλλιά, καθώς και χτυπώντας όποιον έβρισκαν στο δρόμο τους. Στη συνέχεια, οι μπάτσοι μετέφεραν τους πάντες σε κλούβες –και όχι, γενικώς και αορίστως, σε λεωφορεία όπως υποστήριζαν οι δημοσιογραφικές αναφορές– συλλαμβάνοντας 120 μετανάστες και 2 αλληλέγγυους στους οποίους, στη συνέχεια, απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες της παράνομης κατάληψης δημόσιου κτήματος, της στάσης από κοινού και της αντίστασης κατά της αρχής.

Εν ολίγοις, οι άνθρωποι που προσπαθούσαν να προστατευτούν από την βία των ακροδεξιών, ώστε να αποτρέψουν τον σοβαρό τραυματισμό ή ακόμα και τον θάνατό τους, κατέληξαν να διώκονται ποινικά. Βέβαια, ο οποιοσδήποτε έχει συμμετάσχει έστω και μια φορά σε διαδήλωση γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτές οι βίαιες πράξεις ήταν αποτέλεσμα της ανοχής των αστυνομικών δυνάμεων, αφού αυτές θα μπορούσαν εύκολα να οδηγήσουν το ακροδεξιό πλήθος σε διάλυση. Γι’ αυτό το λόγο, μπορεί, οι διωκόμενοι μετανάστες και αλληλέγγυοι να κηρύχθηκαν αθώοι με απόφαση του δικαστηρίου της Μυτιλήνης, τον Μάιο του 2019, όμως, η αστυνομία ενσάρκωσε τη βούληση των “αγανακτισμένων πολιτών”: η πλατεία Σαπφούς εκκενώθηκε και η διαμαρτυρία έλαβε τέλος. Εν τω μεταξύ, τον Νοέμβριο του 2018, 26 κάτοικοι της Μυτιλήνης ταυτοποιήθηκαν ως πιθανοί δράστες της βίας, που διαπράχθηκε κατά της ομάδας των μεταναστ(ρι)ών και τον Φεβρουάριο του 2019 τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες.

Είναι η προαναφερθείσα επικείμενη δίκη, που μας οδηγεί στο να ανατρέξουμε στο εν λόγω συμβάν, με σκοπό να περιγράψουμε, λεπτομερώς, τις πτυχές που το συνέθεσαν. Δεν έχουμε την ψευδαίσθηση ότι μια νομική διαδικασία θα μπορούσε να εξαλείψει το φασιστικό και το ακροδεξιό φαινόμενο, ούτε ότι θα μπορούσε να εξαλείψει το φαινόμενο της ξενοφοβίας, ή το αφήγημα και τις κοινωνικές σχέσεις του εθνικισμού. Γι’ αυτό και δεν είναι στις προθέσεις μας να προωθήσουμε την καταδίκη των φασιστών και των αντιδραστικών κατοίκων της Μυτιλήνης. Θέλουμε απλώς να παραθέσουμε κάποιους προβληματισμούς σχετικά με τα γεγονότα, που έλαβαν χώρο στις 22 Απριλίου του 2018 στην πλατεία Σαπφούς, οι οποίοι, πιστεύουμε, πως θα μπορούσαν να φανούν χρήσιμοι στις μετανάστ(ρι)ες και σε όσους και όσες αγωνίζονται στο πλευρό τους.

II. Ο παράγοντας της δράσης των μεταναστ(ρι)ών

Το βίαιο περιστατικό στις 22 Απριλίου του 2018 θεωρείται μία από τις ριζοσπαστικότερες εκδηλώσεις βίας, που έχουν σημειωθεί από την αρχή της προσφυγικής κρίσης, κατά του μεταναστευτικού πληθυσμού, και εγγράφεται σε μια ταραγμένη αλληλουχία γεγονότων που συγκλόνισαν το νησί της Λέσβου τα τελευταία χρόνια. Αυτός είναι και ο λόγος που έμεινε γνωστό και ονομάστηκε, από πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι αγωνίζονται κατά του ρατσισμού και στέκονται αλληλέγγυοι στους μετανάστες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, ως «το πογκρόμ της πλατείας Σαπφούς». Από πλευράς μας, θα θέλαμε να διαφωνήσουμε με την εγγραφή του συμβάντος της πλατείας Σαπφούς στη συλλογική μνήμη, ως «πογκρόμ», όχι επειδή θέλουμε να αμφισβητήσουμε την ακραία βία του συγκεκριμένου επεισοδίου και τα φασιστικά, ρατσιστικά και ξενοφοβικά κίνητρα που λανθάνουν πίσω από αυτό· δεν έχουμε καμία αμφιβολία για τη σκληρότητα και τη βιαιότητα των πράξεων που έλαβαν χώρα εκείνο το βράδυ, τις οποίες κάποιες από εμάς βίωσαν, καθώς και για τους παράγοντες που συνετέλεσαν στην πυροδότησή του. Διαφωνούμε με τον όρο, επειδή πιστεύουμε ότι ο χαρακτηρισμός του εν λόγω περιστατικού ως «πογκρόμ» οδηγεί σε μια καθορισμένη ερμηνεία και πρόσληψή του: με άλλα λόγια, το να ονομάσουμε το συμβάν της 22ας Απριλίου του 2018 ως «πογκρόμ» όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται επακριβώς στην πραγματικότητα των γεγονότων που προηγήθηκαν αυτού, αλλά πολύ περισσότερο, απαλείφει και αποκρύπτει, από το πλαίσιο της ευρύτερης συζήτησης, τον παράγοντα της δράσης των μεταναστ(ρι)ών.

Αρχικά, ο όρος «πογκρόμ» είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις βίαιες εκδηλώσεις αντισημιτισμού, κυρίως στην Ευρώπη, και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τον 19ο αιώνα. Αν και ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει επιθέσεις ή ταραχές που καταλήγουν σε ξυλοδαρμούς, δολοφονίες και σφαγές εναντίον του εβραϊκού πληθυσμού, ως έννοια περιγράφει, επίσης, τις προθέσεις εξάλειψης και εκδίωξης μιας συγκεκριμένης εθνοτικής ή θρησκευτικής ομάδας από μια καθορισμένη γεωγραφική ζώνη. Είναι χαρακτηριστικό, αναφορικά με το φαινόμενο του πογκρόμ, πως οι δράστες δεν στοχεύουν αποκλειστικά εθνοτικές ή θρησκευτικές ομάδες, αλλά, επίσης, θέτουν στο στόχαστρο και επιτίθενται και στις ίδιες τις εκδηλώσεις της κοινοτικής τους ζωής. Αυτό σημαίνει ότι ένα πογκρόμ περιλαμβάνει βίαιες πράξεις κατά ατόμων, αλλά περιλαμβάνει επίσης την καταστροφή των υλικών υποδομών μίας κοινότητας, για παράδειγμα το κάψιμο σπιτιών, και την καταστροφή των σημαντικών πολιτισμικών της συμβόλων, όπως συναγωγές, τζαμιά κ.λπ.

Εκτός από την εχθρική και βίαιη στάση του ακροδεξιού πλήθους, καμία από αυτές τις πρακτικές δεν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας των μεταναστών στις 22 Απριλίου. Επιπλέον, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η απόπειρα να εντοπίσουμε ομοιότητες μεταξύ του φαινομένου του πογκρόμ και της κατάληψης της πλατείας Σαπφούς αποτυγχάνει, επειδή η ίδια μας η προοπτική είναι προβληματική. Αντί να προβάλλουμε τους μετανάστες ως θύματα, που απλώς δέχτηκαν επίθεση από τους φασίστες –κάτι που είναι, ωστόσο, αλήθεια– θα πρέπει να εστιάσουμε στο γεγονός πως μία ομάδα μεταναστ(ρι)ών αποφάσισε να εκκινήσει από το camp της Μόριας και κάνοντας πορεία να προσεγγίσει το κέντρο της Μυτιλήνης, με σκοπό να διαμαρτυρηθεί και να κάνει ορατά τα αιτήματά της· οι μετανάστες ήταν πολιτικοί δρώντες, που δεν μπορούσαν να ανεχτούν αυτό που μόλις είχε συμβεί σε ένα άτομο που ανήκε στην κοινότητά τους και αυτό που σηματοδοτούσε για τις συνθήκες στις οποίες ζούσαν.

Αν ακολουθήσουμε αυτό το νήμα, θα ανακαλύψουμε μία συνέχεια μεταξύ αυτού του συγκεκριμένου αγώνα, τον Απρίλιο του 2018, και της κατάληψης της πλατείας Σαπφούς από κάποιες/-ους μετανάστ(ρι)ες που προέβησαν, επίσης, σε απεργία πείνας, μερικούς μήνες νωρίτερα, στις 20 Οκτωβρίου του 2017· η ίδια ομάδα ανθρώπων κατέληξε, τελικά, να καταλάβει τα κεντρικά γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ, στις 25 Νοεμβρίου του 2017, απαιτώντας την άμεση αποχώρησή τους από το νησί, καθώς το camp της Μόριας, εκείνη την περίοδο, «φιλοξενούσε» περίπου 10.000 άτομα. Κατανοούμε, λοιπόν, ότι η κατάληψη της πλατείας Σαπφούς δεν ήταν μια τυχαία πράξη διαμαρτυρίας, που προέκυψε εν κενώ, αλλά ότι, στην πραγματικότητα, ήταν το αποτέλεσμα της απήχησης των προηγούμενων αγώνων των μεταναστριών. Ως τέτοια αποτέλεσε ένα πολιτικό συμβάν, το οποίο κατεστάλη βίαια δια της συνεργασίας της αστυνομίας και των ντόπιων φασιστών. Όταν η επιχείρηση εκκένωσης της πλατείας Σαπφούς, το πρωί της 23ης Απριλίου βρισκόταν σε εξέλιξη, η άρνηση των μεταναστ(ρι)ών να εγκαταλείψουν το χώρο, ακόμη και μετά από μια τόσο δύσκολη και ταραχώδη νύχτα, αποδεικνύει αναμφίβολα την αποφασιστικότητά τους.

ΙΙΙ. Και τώρα τι; – «Είμαστε όλοι καταδικασμένοι αν η ασχήμια μάς γίνει συνήθεια»

Τέσσερα χρόνια αργότερα, διαπιστώνουμε ότι η γενικευμένη εχθρότητα που εκδηλώθηκε εκείνη την ημέρα και η εχθρική ατμόσφαιρα που πυροδότησε, δεν είναι, πλέον, διακριτές με την ίδια ευκολία, όσον αφορά στην κοινωνική βάση της Μυτιλήνης. Ένας νεοφερμένος στο νησί θα μπορούσε να παρατηρήσει και να βιώσει μία ομαλή καθημερινότητα, στην οποία τα πάντα επέστρεψαν στην κανονικότητα και οι μετανάστες, ο εθνικισμός, η ξενοφοβία δεν είναι πλέον έννοιες και πρόσωπα, τα οποία θα πρέπει να μας απασχολούν. Άλλωστε, ο αριθμός των μεταναστ(ρι)ών στο νησί έχει μειωθεί και ένα κλειστό και ελεγχόμενο κέντρο κράτησης βρίσκεται υπό κατασκευή και αναμένεται να ξεκινήσει τη λειτουργία του τον ερχόμενο Φεβρουάριο του 2023. Όλα έχουν πάει σύμφωνα με το σχέδιο – business as usual.

Ωστόσο, κάτω από αυτή τη γαλήνια καθημερινότητα, θα μπορούσε κανείς να διακρίνει μία ταραχώδη, μία εξαναγκασμένη κανονικότητα. Διότι είναι με βεβαιότητα επίπλαστη, κατασκευασμένη και πάλι με ακρογωνιαίο της λίθο τη βία. Οι ρατσιστικές πρακτικές των ακροδεξιών κατοίκων της Μυτιλήνης δεν είναι ανάγκη να αναπτυχθούν, καθώς έχουν πλέον ενσωματωθεί στην ατζέντα της ελληνικής κυβέρνησης· ενσαρκώνονται και εφαρμόζονται μέσω της μεθόδου των pushbacks, των επαναπροωθήσεων. Τελευταίο στάδιο της διαχείρισης της μεταναστευτικής κρίσης, στη Λέσβο και γενικότερα στην Ελλάδα, αποτελεί η άρνηση της ίδιας της μετανάστευσης, αφού κάθε άτομο ή ομάδα ανθρώπων που προσπαθεί να ξεφύγει από τον πόλεμο, την οικονομική δυσχέρεια ή την πείνα, έρχεται αντιμέτωπη με τον θάνατο στα ελληνοτουρκικά σύνορα.

Στο νησί της Λέσβου ζούμε μία επίπλαστη στιγμή ηρεμίας, όπου σωσίβιες λέμβοι επαναπροωθούνται, όπου άνθρωποι ρίχνονται στη θάλασσα ή κρύβονται στα δάση του νησιού, καθώς φοβούνται ότι αν οι αρχές ενημερωθούν θα τους επαναπροωθήσουν βίαια στα παράλια, από τα οποία εκκίνησαν, όπου πτώματα ξεβράζονται στις ακτές του νησιού, ακόμα και στο λιμάνι της Μυτιλήνης.

Ένα νησί περικυκλωμένο από τον θάνατο.

 

 

ENGLISH VERSION

I. What happened? “Moria No Good!”

On 17 April 2018, a group of migrants – mainly of Afghan origin – living in Moria camp decided to move to the city of Mytilene and occupy the city’s central point, Sappho Square, staying there day and night. The reason motivating them was the deterioration of an Afghan migrant’s health, who was living with a chronic cardiological issue. This man, in particular, because of the lack of medical facilities and services, and the deprived conditions of Moria camp’s infrastructure, could not receive immediate and adequate medical care. From the start of the occupation of Sappho Square, the set of demands that the migrants posed to the authorities included free movement and the departure from the island of Lesvos, the immediate examination of their asylum applications, the improvement of the material and infrastructural conditions of Moria camp and finally, when three days later the aforementioned Afghan migrant passed away upon transfer to the hospital, the punishment of those that were responsible for his death. All these demands were summarized by the protest camp under the central slogan: “Moria, No Good!

Some days later on 22 April, an informal far-right collective active in Lesvos, the Patriotic Movement of Mytilene, made a call to the island’s residents in order to protest about the increasingly disturbed relations between Greece and Turkey, which at that moment manifested in the imprisonment of two Greek soldiers, who got arrested by the Turkish state at the Evros border. Their meeting point was Sappho Square, where every Sunday afternoon, as is custom in Mytilene, a military unit undertakes the duty of lowering the Greek flag – a custom so patriotic in spirit that its genealogy could be traced back to the interwar fascist regimes. However, anyone who had seen the far-right collective’s description of the call – published on the internet a few days earlier – as well as the comments under it, could understand that the military ceremony was just an excuse, and that the ultimate goal of these “indignant citizens” was the end of the migrants’ protest. We can also reach this conclusion by the fact that reactionary gathering was composed of locals organised in far-right groups, members of the New Democracy party based in Mytilene and, finally, members of Golden Dawn, who had travelled to the island of Lesvos to accelerate the spiral of violence. Meanwhile, as the opening attacks of the far-right crowd began, the fans of a football team who were a few minutes earlier enjoying a match on television, also contributed to the violent acts.

Let’s start at the beginning. While the military ritual was in procession, a part of the crowd gathered at the square started to shout at the migrants, accusing them of disrespecting the nationalist ceremony because, according to them, they had turned their backs on the Greek flag. Taking advantage of the assembly of 300 of Mytilene’s residents who had responded to their call, about 150 people remained at Sappho Square after the ceremony had closed. They revived the hostile climate towards the migrants by yelling and throwing projectiles at them, which could have caused lethal damage. The severity of the situation escalated when the far-right crowd tried to break the police cordon, which had been erected between them and the migrants. While the police repelled the initial attacks of the group, the second wave of assaults was much heavier and more dangerous, taking on the movements and attitude of a crowd of people that intended to lynch or kill the migrants and those who were standing in solidarity with them. Assaults with sticks and stones, charges with metal wrenches, setting fire to public waste bins, throwing firecrackers, naval flares, and a Molotov cocktail, in combination with the tear gas and flashbangs launched by the police, transformed Sappho Square into a real battle ground. These police tactics affected the trapped migrant protesters, who were forced to endure the effects of the gas, more than the far-right group who were free to come and go as they pleased. Furthermore, police forces chose not to protect those injured who were being taken to ambulances, allowing the reactionary crowd to continue to attack them. Finally, it should be noted that while all this happened, locals sat in the cafes on the edge of Sappho Square enjoying the show; at the same time others, although they did not throw projectiles themselves, encouraged the crowd to do so. On the other hand, as it concerns the camp of the protesters, they tried to protect themselves from the projectiles and firecrackers by tying together some blankets and stretching them overhead, under which children and people with health issues found shelter, or by holding cardboard or plastic boxes over their heads.

Nevertheless, 30 out of the over-200 migrants gathered at the square were injured that day, while several of them experienced panic attacks or had similar traumatising experiences. Finally, after a long and uneasy night for the protesters, riot police units encircled Sappho Square at 5 o’clock in the morning of 23 April. They proceeded to evict the migrants and the people there in solidarity with them, while treating women and children violently, dragging them by their clothes and their hair, as well as beating everyone who stood on their way. Then police transported everyone in police vans – and not in buses as journalistic reports vaguely claimed – arresting 120 migrants and 2 individuals showing solidarity with them – who were then charged with rioting, resistance against authorities, and illegal occupation of public property.

In short, the people trying to protect themselves against far-right violence, to prevent their serious injury or even death, found themselves prosecuted. Of course, anyone that has participated just once in a demonstration knows very well that these violent acts were the result of riot police’s tolerance, since police forces could easily disperse the far-right crowd. The prosecuted migrants and people in solidarity with them were declared innocent by the decision of Mytilene court in May 2019. However, the police enacted the will of the “indignant citizens”: Sappho Square was evicted and the protest was over. Meanwhile, in November 2018, 26 residents of Mytilene were identified as possible perpetrators of the violence against the migrant population and in February 2019 they were charged.

This upcoming trial makes us go back over this event and describe its details. We are under no false pretense that a legal procedure could simply eliminate the fascist and the far-right phenomenon, nor that it could eliminate the phenomenon of xenophobia, or the narrative and social relations of nationalism. It is not in our intention to promote the convictions of Mytilene’s fascists and reactionary residents. We want only to provide some reflections on the events of 22 April 2018 at Sappho Square that might be useful for migrants and those fighting on their side.

II. The agency of the migrants

The event of 22 April 2018 is considered one of the most radical manifestations of violence against the migrant population since the beginning of the refugee crisis, on among a troubled sequence of events that shook the island of Lesvos over the previous years. This is why it was called, by many in Greece and abroad fighting against racism and standing in solidarity with migrants, “the pogrom of Sappho Square”. We would like to argue against this inscription in the collective memory, not because we want to question the extreme violence of this episode and the fascist, racist and xenophobic motives behind it; we have no doubt about the cruelty of the acts that took place that night, which some of us experienced too, as well as the factors that led up to it. We argue the term because we believe to characterise it as a “pogrom” invites a specific interpretation and perception: naming the events of 22 April 2018 a “pogrom” does not respond precisely to the reality of the events that preceded it and, more importantly, it detaches and conceals the agency of the migrants from the context of the general discussion.

To start with, the term “pogrom” is inextricably linked with violent manifestations of anti-semitism, particularly in Europe, and was used for the first time in 19th Century. Although the term is used to describe attacks or riots ending in beatings, killings and massacres against Jewish populations, as a notion it also describes the intentions of eliminating and expelling a certain ethnic or religious group from a designated geographical zone. The significant thing about the phenomenon of the pogrom is that the perpetrators not only target ethnic or religious groups, but target and attacking as well as their manifestations of community life. This means that a pogrom involves violent acts against individuals, but also involves the destruction of the community’s material infrastructure, for example burning down houses, and the destruction of its significant cultural symbols, such as synagogues, mosques etc.

Except for the hostile and violent attitude of the far-right crowd, none of these practices took place against the migrant protest of 22 April. Moreover, we could argue that the attempt to find similarities between them fails because the perspective itself is problematic. Instead of projecting the migrants as victims, who were just attacked by the fascists – which is, nevertheless, true – we should highlight the fact that a group of migrants decided to march from Moria camp to the centre of Mytilene in order to protest and make visible their demands; the migrants were political actors, who could not tolerate what had just happened to a person belonging to their community, and what this signified about the conditions in which they lived.

If we follow this line, we find a continuity between this struggle, on April, 2018, and the occupation of Sappho Square by some migrants that went on hunger strike, some months earlier on 20 October, 2017; this group ended up occupying Syriza’s headquartes, on 25 November 2017 demanding their immediate departure from the island as Moria camp, at that moment, held about 10,000 people. In this way we understand that the occupation of Sappho Square was not a random act of protest, emerging from nowhere, but that it resonated from previous struggles. As such it constituted a political event, which was repressed violently by the cooperation of the police and local fascists. When the operation to evacuate Sappho Square on the morning of 23 April was underway, the refusal of the migrants to leave even after such a difficult and turbulent night, undoubtedly demonstrates their determination.

III. And what now? “We are all condemned if misery becomes our habit”

Four years later, we note that the hostility that was manifested that day, and the hostile atmosphere it provoked, is no longer so easily detected in the social base of Mytilene. A newcomer to the island could observe and experience a peaceful daily reality, in which everything returned to normal and migrants, nationalism, xenophobia are no longer concepts and figures that we need concern ourselves with. Besides, the number of migrants in the island has been reduced, a closed and controlled detention centre is under construction, and is scheduled to begin operating in the upcoming February 2023. Everything has gone according to plan business as usual.

Still, it is possible to detect under this calm normality a turbulent, forced one. Because it is certainly artificial, constructed again with violence as its cornerstone. The racist practices of the far-right residents of Mytilene don’t have to be deployed, because they are now embodied in the Greek government’s agenda; they are applied through the method of the pushback. The latest stage of the management of the migration crisis, in Lesvos and generally in Greece, is the denial of migration itself, since every person or group that tries to escape war, economic difficulties, hunger, faces death in Greek-Turkish borders.

In the island of Lesvos we live under an illusionary moment of calm, where life-rafts are being pushed back, where people are thrown into the sea, or where they hide in the woods of the island because they fear that if the authorities are informed they will violently push them back to the sea, where dead bodies are washed up on the shores of the island, even in Mytilene port.

An island surrounded by death.

Leave a Reply