


από την Κατάληψη στο Μπίνειο
ΟΥΤΕ ΝΑ ΤΟ ΣΚΕΦΤΕΣΤΕ!
Σε μια εποχή που κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής βάλλεται συθέμελα, δεν θα μπορούσαν να λείπουν και οι βαθιές τομές στο πτώμα (;) του εκπαιδευτικού συστήματος. Το κράτος όχι μόνο αποποιείται κάθε ευθύνη για την εκπαίδευση των υπηκόων του, αλλά προωθεί και το πανεπιστήμιο του τζόγου. Στο οποίο, παίκτες θα είναι οι εκπαιδευόμενοι που ως σωστοί επενδυτές θα πρέπει να μελετάνε ενδελεχώς τις τάσεις στην αγορά εργασίας, να ποντάρουν σε “καλά χαρτιά” και φυσικά να αναλαμβάνουν το αντίστοιχο επιχειρηματικό ρίσκο. Κάποτε το πανεπιστήμιο αρκούσε να αναπαράγει τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, να λειτουργεί ως ιδεολογικός μοχλός πειθάρχησης της νεολαίας και να ενσωματώνει τις κοινωνικές προσδοκίες που αναπτύσσονταν. Σήμερα, κοντά σ’ αυτά, νέοι όροι προβάλλουν επιτακτικά: ανταγωνιστικότητα, καινοτομία, επιχειρηματικότητα, εντατικοποίηση, αγορά. Ένα λεξιλόγιο εταιρικής κουλτούρας που επιχειρεί να εντάξει το πανεπιστήμιο στη νέα εποχή που έρχεται.
Ζόρικα πράματα, που μας δίνουν την ευκαιρία να αναπτύξουμε μια συνολικότερη κριτική στο υπάρχον και μας επιβάλλουν να δράσουμε άμεσα και αναλόγως. Ό,τι δηλαδή, θα περίμενε κανείς από καθηγητές σε ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα της περιφέρειας, στο οποίο ήδη φαίνονται τα πρώτα σημάδια της επίθεσης. Από ανθρώπους δηλαδή, που όσο και να αρέσκονται στο να καλύπτονται πίσω από την ταμπέλα του “ακαδημαϊκού”, διαχωρίζοντας εαυτούς από τους υπόλοιπους εργαζόμενους, δεν παύουν να είναι αυτό ακριβώς: εργαζόμενοι στο εργοστάσιο της εκπαίδευσης.
Αντιθέτως, με αφορμή το “κτιριακό ζήτημα” -απότοκο των κεντρικών επιλογών στάσης του πανεπιστημίου απέναντι στη νέα κατάσταση- βλέπουμε να επιχειρούνται “λύσεις” που περνάνε πάνω από ανοιχτά κοινωνικά εγχειρήματα, όπως αυτό της Κατάληψης στο Μπίνειο. Και μάλιστα, με μεθοδεύσεις φαιδρές στην ποιότητά τους, αλλά με μεγάλη συμβολική αξία για το μέλλον. Μιλάμε για τα δημοσιεύματα της τοπικής χουντο-φυλλάδας “Δημοκράτης”, η οποία ανήμερα Μ. Παρασκευής (!) ανακάλυψε την πεντάχρονη “κατοχή” στο Μπίνειο από “άτομα που μόνο με φοιτητές δεν μοιάζουν”. Έγινε σαφές, πιστεύουμε, στους εμπνευστές αυτής της συνεργασίας πως ο μοναδικός χαμένος από δαύτη είναι το ίδιο το πανεπιστήμιο και το, όποιο, κύρος του. Γιατί κατά τ’ άλλα, η πολύχρονη, κοινωνικά αποδεκτή και ευρεία δράση και συμμετοχή των ανθρώπων που διαχειρίζονται τα τρία πρώην εγκαταλειμμένα κτίρια της αυλής στο Μπίνειο στο κοινωνικό γίγνεσθαι αυτής της πόλης, δεν είναι δυνατόν να πτοηθούν από δημοσιεύματα αυτού του επιπέδου.
Στις 23 Μάρτη του 2006 οι άδειοι βοηθητικοί χώροι που βρίσκονται στην αυλή του αρχοντικού στο Μπίνειο καταλήφθηκαν από ομάδα φοιτητών, εργαζόμενων και ανέργων της πόλης. Αμέσως, οι τότε πανεπιστημιακές αρχές μέσω της τεχνικής υπηρεσίας έσπευσαν να μας διαμηνύσουν ότι τα κτίρια είναι “ετοιμόρροπα” και ως εκ τούτου “επικίνδυνα για την ασφάλειά μας”. Μάλιστα, μας παρότρυναν με δραματικό τόνο να τα εγκαταλείψουμε “για το καλό μας”. Οι εργασίες που έπρεπε να εκτελεστούν για να καταστούν βιώσιμοι οι χώροι ήταν, όντως, πολλές. Παρόλα αυτά, έπειτα από 5 χρόνια, με συλλογική εργασία και αποκλειστικά με δικά μας μέσα, καταφέρνουμε και διατηρούμε ένα χώρο που φιλοξενεί πλήθος δραστηριοτήτων και έχει αγκαλιαστεί από μεγάλο κομμάτι τόσο της τοπικής κοινωνίας, όσο και της φοιτητικής κοινότητας. Η Κατάληψη στο Μπίνειο αποτελεί το χώρο που στεγάζει τις ανάγκες μας, συλλογικοποιεί τις επιθυμίες μας και συντελεί στην ανάπτυξη σχέσεων και δεσμών αλληλεγγύης πέρα και ενάντια στους αγοραίους. Το τι γίνεται και δεν γίνεται στο χώρο αποφασίζεται από εβδομαδιαία διαχειριστική συνέλευση, αυτοοργανωμένα, δίχως ιεραρχίες, βασισμένη στις αξίες της ισότητας και του αλληλοσεβασμού. Στα 5 χρόνια λειτουργίας του έχουν πραγματοποιηθεί πλήθος μαθημάτων χωρίς αντίτιμο (ελληνικά/αγγλικά σε μετανάστες, τούρκικα, φαρσί, ελεύθερου σχεδίου κ.α.), ενισχυτικές διδασκαλίες για μαθητές που δεν έχουν οικονομική άνεση, πλήθος κινηματογραφικών προβολών, αφιερωμάτων, βιβλιοπαρουσιάσεων, μουσικών συναυλιών και κοινωνικών-πολιτικών εκδηλώσεων. Χωρίς να απαιτείται πλήρης πολιτική ταύτιση, έχουν κατά καιρούς φιλοξενηθεί δραστηριότητες διαφόρων συλλογικοτήτων, ομάδων, πρωτοβουλιών, συνελεύσεων κλπ. Σε σταθερή βάση λειτουργεί δανειστική βιβλιοθήκη, κήπος με τοπικές παραδοσιακές ποικιλίες, συλλογική κουζίνα, αυτοδιαχειριζόμενο καφενείο και χαριστικό παζάρι.
Την ώρα που το κράτος πρόνοιας αντικαθίσταται από το κράτος ασφάλειας, δικαιώματα και κατακτήσεις διαγράφονται με συνοπτικές διαδικασίες, η υγεία και η εκπαίδευση αντιμετωπίζονται με λογιστικούς όρους και χιλιάδες κόσμου διαδηλώνει, απεργεί, διεκδικεί και αντιστέκεται, το “κτιριακό ζήτημα” του Πανεπιστημίου Αιγαίου στη Μυτιλήνη δεν μπορεί να ταυτίζεται με μια επικείμενη καταστολή της Κατάληψης στο Μπίνειο. Ο λόγος ύπαρξης της Κατάληψης στο Μπίνειο και ο κοινωνικός ρόλος που επιτελεί, ούτε έχουν φτάσει στα όριά τους, ούτε είναι υπό διαπραγμάτευση.
Η Διαχειριστική Συνέλευση της Κατάληψης στο Μπίνειο
19 Μαΐου 2011
το κείμενο σε pdf εδώ

Συγκέντρωση-Πορεία
Συγκέντρωση-Πορεία με αφορμή τις δολοφονικές επιθέσεις στην απεργιακή κινητοποίηση στην Αθήνα, χθες 11 Μαΐου από τις αστυνομικές δυνάμεις, και αιτία τη βία που δεχόμαστε καθημερινά από κράτος και αφεντικά
Συγκέντρωση Πέμπτη 12 Μαίου, έξω από την Εθνική στην Ερμού 6:00 το απόγευμα
Κείμενο που μοιραζόταν στη μικροφωνική και στην πορεία [εδώ σε jpg]
Το κράτος πρόνοιας έφυγε, το κράτος ασφάλειας ήρθε
Στην απεργιακή κινητοποίηση της 11ης Μάη χιλιάδες κόσμου απήργησαν και διαδήλωσαν σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας. Στην Αθήνα, ενώ η πορεία έφτανε στο τέλος της δέχτηκε τη δολοφονική επίθεση των δυνάμεων καταστολής, με αποτέλεσμα δεκάδες τραυματισμούς και εισαγωγές σε νοσοκομεία. Δύο διαδηλωτές χρειάστηκε να χειρουργηθούν, ενώ ένας απ’ αυτούς, ο Γιάννης Καυκάς, νοσηλεύεται σε κωματώδη κατάσταση μετά από χτυπήματα που του προκάλεσαν αιματώματα στο κεφάλι. Φυσικά, οι αθρόες προσαγωγές και οι συλλήψεις στο σωρό δεν έλειψαν ούτε αυτή τη φορά.
Δεν είναι πλέον μυστικό πως η πλειοψηφία της κοινωνίας δέχεται άγρια επίθεση σε όλα τα μέτωπα, πως εργατικές κατακτήσεις δεκαετιών λεηλατούνται η μια μετά την άλλη και πως οι συνθήκες επιβίωσης γίνονται όλο και πιο δυσβάστακτες. Μπροστά στο σπάσιμο της κοινωνικής συναίνεσης γι’ αυτή την κατρακύλα, το κράτος απαντάει με το μόνο τρόπο που του απομένει: τη ΒΙΑ, απέναντι σε οποιαδήποτε φωνή τολμάει να αντιστέκεται, απέναντι σε οποιαδήποτε διεκδίκηση τολμάει να αρθρωθεί. Με γκλομπ και χημικά, με προπαγάνδα και ψέματα, με κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς, με συνειδητή προσπάθεια δημιουργίας κλίματος απομόνωσης, ανασφάλειας και φόβου. Γιατί έτσι μας θέλουν, μόνους, διαχωρισμένους και φοβισμένους, έτσι θα γίνουμε αυτό που βολεύει τα σχέδιά τους: σκιές μιας ύπαρξης με αξιοπρέπεια και βούληση.
Μας λένε πως «είμαστε σε πόλεμο», αλλά όχι και πως αυτός ο πόλεμος γίνεται εναντίον μας και έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό: ο πόλεμος των κυρίαρχων στις τάξεις των από κάτω. Απόρροια αυτού του πολέμου -της εξαθλίωσης, του «όλοι εναντίον όλων», του κυνισμού και της απαξίας της ζωής- είναι και η πρόσφατη δολοφονία του Μανώλη Καντάρη στο κέντρο της Αθήνας από ασύλληπτους δράστες «που μιλούσαν σπαστά ελληνικά». Τα ΜΜΕ, ως υπέρτατοι δικαστές, έσπευσαν να χρεώσουν τη δολοφονία σε μετανάστες, όπως είχαν κάνει και με τη δολοφονία των αστυνομικών της ΔΙΑΣ πριν λίγο καιρό, αλλά κατάπιαν τη γλώσσα τους όταν συνελήφθηκαν οι πραγματικοί δράστες (έλληνες και ομογενείς, μεταξύ τους και απόστρατος αξιωματικός της αστυνομίας).
Μ’ αυτή τη μεθόδευση διαμορφώνεται ένα άλλο είδος κοινωνικού κανιβαλισμού: αυτό που απεικονίζει με συνοπτικές διαδικασίες στο πρόσωπο όλων των μεταναστών το πρόσωπο του εγκληματία. Αυτό που δίνει πάτημα στις φασιστικές συμμορίες να επιδίδονται επί μέρες τώρα σε πογκρόμ εναντίον κάθε ανθρώπου με «λάθος» χρώμα και τόπο γέννησης. Αυτό που πιθανότατα οδήγησε στη χτεσινή δολοφονία μετανάστη από το Μπαγκλαντές, από ασύλληπτους δράστες «που μιλούσαν ελληνικά». Πάλι με μαχαιριές, πάλι στο κέντρο της Αθήνας, χωρίς όμως να μάθουμε λεπτομέρειες για την πορεία της ζωής του, για τα όνειρα και τις προσδοκίες του, χωρίς να μάθουμε καν το όνομά του. Σε αυτή τη συνθήκη καλούνται να επιβιώσουν, όμως, χιλιάδες μετανάστες: παρανομοποιημένοι, χωρίς δικαιώματα, στο περιθώριο και αόρατοι.
Δεν ήρθε από το πουθενά όλη αυτή η κατάσταση, πρόκειται για ένα καλοστημένο και ριψοκίνδυνο σχέδιο που συμπυκνώνει τη βία και την τρομοκρατία που δεχόμαστε καθημερινά. Από τις απολύσεις, τη μαύρη εργασία, τους καθημερινούς εκβιασμούς στους χώρους δουλειάς, μέχρι τη συνολική υποτίμηση των ζωών μας. Θέλουν να μας πείσουν πως είμαστε ανίσχυροι απέναντι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, ότι το σύστημα είναι ακλόνητο, ότι καλά θα κάνουμε να βγάλουμε το σκασμό και να σκύψουμε το κεφάλι. Μας στρέφουν τον έναν ενάντια στον άλλο, γιατί όσο παραμένουμε διαιρεμένοι θα είμαστε και αδύναμοι. Μας μένει να οργανωθούμε εναντίον τους, παλεύοντας για τα δικά μας συμφέροντα και στρέφοντας την οργή μας εκεί που πρέπει: ενάντια σε μια ζωή που μας επιβάλλεται, συνεπώς ενάντια στο χρήμα, στην εργασία, στα σύνορα και τα έθνη, το κράτος και τους προστάτες του, τη θρησκεία, τη φυλή.
όσο περισσότερο μας κλέβουν τη ζωή
τόσο μας ντοπάρουνε με έθνος και φυλή
όλοι στο δρόμο να σπάσουμε τον τρόμο





Προβολές Τετάρτης
Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από έναν μυστηριώδη και απόμακρο άντρα, οι πράξεις του οποίου ξεφεύγουν από τα όρια του Νόμου. Είναι στη διαδικασία ολοκλήρωσης μιας ασαφούς δουλειάς, δεν εμπιστεύεται κανέναν και οι στόχοι του δεν είναι ξεκάθαροι. Ξεκινά ένα ταξίδι που τον οδηγεί στην Ισπανία. Κι από εκεί, στην ίδια του την συνείδηση. Μια ταινία – απρόσμενα – ευχάριστη έκπληξη από τον γνώριμο Τζιμ Τζάρμους, σαφώς στο ύφος και το κλίμα της προσωπικής γραφής του, αλλά με περισσότερο μυστήριο και υποβλητική ατμόσφαιρα .

















